Η εξουσία είναι κατανεμημένη σε μικρές μονάδες, τους ανθρώπους. Για να την αποκτήσει κάποιος πρέπει να διαθέτει τα εχέγγυα εκείνα που θα πείσουν μια μερίδα ανθρώπων ότι αξίζει να του την παραχωρήσουν, πιο σωστά ίσως, να την επενδύσουν πάνω του. Όσο περισσότερο επιδέξιος είναι με την χρήση των μέσων της πειθούς, τόσο περισσότερη εξουσία εισπράττει από την κοινωνία.
Έτσι νομιμοποιούνται τα πολιτεύματα και οι θεσμοί. Όσο απολαμβάνουν την αποδοχή της κοινής γνώμης τόσο υφίστανται σαν οντότητες. Είναι θαυμαστό πόσο εύκολα μπορούν να καταρρεύσουν, όταν πάψει να στηρίζει τις ελπίδες του πάνω τους ο λαός ή όταν σταματήσει να νιώθει ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντά του. Το κοινό αίσθημα, δηλαδή, είναι εκείνο που εγγυάται την κοινωνική ειρήνη και την σταθερότητα του εκάστοτε μοντέλου διακυβέρνησης. Για να μιλήσουμε περισσότερο συγκεκριμένα και επίκαιρα ας εξειδικεύσουμε την θεώρηση αυτή στην εξουσία που εισπράττει από τους πολίτες η αστυνομία.
Επειδή οι άνθρωποι σε καμία περίπτωση δεν είναι στο σύνολό τους ικανοί να σεβαστούν τους κανόνες της συμβίωσης, καθίσταται απαραίτητη η δημιουργία ενός μηχανισμού που θα επιβάλλει την “από κοινού συμφωνημένη” νομιμότητα στο σύνολο των πολιτών. Την υποχρέωση αυτή αναλαμβάνει η αστυνομία. Σε άλλες εποχές μια αντίστοιχη οντότητα θα επέβαλε την νομιμότητα που εξέφραζαν οι δικτάτορες ή οι βασιλείς. Όταν θεωρούμε όμως ότι συμβιώνουμε κάτω από ένα δημοκρατικό πολίτευμα και ανάγουμε την πλειοψηφία σε καθοριστική δύναμη, τότε η αστυνομία είναι επιφορτισμένη με την επιβολή των επιταγών της πλειοψηφίας. Απουσία της δεν θα ήταν δυνατό να συνυπάρξουν δημιουργικά τα άτομα, εκτός της ιδεατής κατάστασης εκείνης όπου κάθε ένας θα αποκτούσε απεριόριστη ωριμότητα και υπευθυνότητα. Κρίνοντας από τα ιστορικά διδάγματα πάνω στην ανθρώπινη φύση, κάτι τέτοιο φαντάζει ουτοπικό και τολμά να πει κανείς, τρομερά μονότονο.
Όσοι λοιπόν αποζητούν να διατηρήσουν την μορφή του πολιτεύματός μας πρέπει να είναι προσεκτικοί με το πώς διαχειρίζονται, σε επικοινωνιακό επίπεδο, τέτοιες οντότητες. Πολύ περισσότερο όταν αυτοί αποδέχονται το τρέχον πολίτευμα συμμετέχοντας στις διαδικασίες του. Όσο αυτό εξασφαλίζει την νομιμοποίηση της κοινής γνώμης, τόσο είναι κραταιό. Όσο την χάνει, τόσο δυσχεραίνεται η λειτουργία του. Αν τελικά εκπέσει, στη θέση της σταθερότητας αναδύεται η βραχύβια αναρχία και αυτή με τη σειρά, αναπόφευκτα, δίνει τη σκυτάλη σε μια νέα μορφή ιεραρχίας.
Το παράδειγμα της αστυνομίας, προφανώς, δεν επιλέχτηκε τυχαία. Στην Ελλάδα η αστυνομία έχει δεχτεί μια σειρά από πλήγματα που έχουν κλονίσει την αποδοχή της από τους πολίτες. Δίνω ιδιαίτερη βαρύτητα στην δικτατορία και το στίγμα που έχει αφήσει πάνω της (όπως και στον στρατό). Με βάση αυτό ξεκινά μια σειρά από καιροσκοπικούς επικοινωνιακούς χειρισμούς, καθ' όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, από δυνάμεις που αξιοποιούν τις δυνατότητες του λαϊκισμού, με σκοπό να κερδίσουν έρεισμα. Στοχοποιούν έτσι συστηματικά την αστυνομία ως τον φορέα της “κρατικής αναλγησίας”, επενδύοντας σε βιώματα και φοβίες που έχουμε συμφωνήσει να αφήσουμε στο παρελθόν. Ξεχνούν ότι ενώ κάποτε η αστυνομία ήταν συντεταγμένο όργανο της δικτατορίας και εξυπηρετούσε την ύπαρξη της, σήμερα υφίσταται για να στηρίζει την ύπαρξη του τρέχοντος πολιτεύματός. Τελευταίο κεφάλαιο στο κατάστιχο της στοχοποίησης αυτής, είναι τα επεισόδια που ακολούθησαν τον θάνατο του νέου τον περυσινό Δεκέμβριο. (Είναι σημαντικό εδώ να διευκρινιστεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή κάθε δημιούργημα της συλλογικότητας του ανθρώπου κληρονομεί από αυτόν σφάλματα και ατέλειες. Τα ίδια τα πολιτικά κόμματα απέχουν πολύ από το να θεωρούνται τέλεια, η απαξίωσή τους όμως υποσκάπτει εξίσου με αυτή της αστυνομίας, τα θεμέλια του πολιτεύματός μας.)
Ανεύθυνοι χειρισμοί από την κυβέρνηση, ασυντόνιστοι από την αστυνομία, καιροσκοπικοί από τα ΜΜΕ και την αντιπολίτευση, έριξαν λάδι στην φωτιά και συνέτειναν στη νομιμοποίηση ενός κύκλου βίας, βασισμένου πάνω σε αμφίβολες ιδεολογικές βάσεις. Άνοιξε έτσι μια ατελέσφορη συζήτηση για την αξία της ανθρώπινης ζωής. Ποιος μπορεί να βάλει στην ζυγαριά τις ανθρώπινες ζωές; Ποιος κρατά τα σταθμά για να συγκρίνει την ζωή ενός παιδιού, ενός αστυνομικού, ενός πρύτανη, ενός πολίτη; Ποιος αυτόκλητα διεκδικεί θεία εξουσία ώστε να παίζει με τα ανθρώπινα όντα και τις μοίρες τους; Αυτός που το κάνει, ηθελημένα ή αθέλητα, στρώνει τον δρόμο σε μια αλλαγή κατάστασης.
Δεν είναι πρωτοφανές να υποσκάπτει μέρος της κοινωνίας την εκάστοτε κατεστημένη δομή, συχνά μάλιστα οι προσπάθειες αυτές ευοδώνονται. Άλλες φορές το αποτέλεσμα είναι ευεργετικότερο για τις μάζες, άλλοτε καταπιεστικότερο. Για να καταστεί ευεργετικότερο πρέπει να συνοδεύεται από πρωτότυπο, πειστικό μα κυρίως βιώσιμο όραμα για το μέλλον. Φυσικά αναφορά σε ιδεολογίες όπως αυτή της αναρχίας, που φαντάζει ως ιδεολογικός υποκινητής της τρέχουσας αναταραχής, δεν πληρούν τέτοια κριτήρια. Σε αντίθεση με άλλες ιδεολογίες, στο μακρύ της ταξίδι η ιδέα της αναρχίας, δεν κατάφερε να χτίσει ένα βιώσιμο πρότυπο, γιατί να το κάνει τώρα; Όσοι εύκολα παρασύρονται από τέτοιες επικλήσεις, αντλούν στον ιδεολογικό πίθο των Δαναΐδων. Δεν θα ήταν πιο χρήσιμο να κινητοποιήσουν τις δυνάμεις τους προς την κατεύθυνση μιας περισσότερο επικαιροποιημένης αντίληψης για την πραγματικότητα; Σε αντίθετη περίπτωση καθίστανται συντριπτικά περισσότερο συντηρητικοί από αυτούς που επιχειρούν να ανατρέψουν.
Όσο δεν γίνεται αυτό, είναι σίγουρο ότι σύντομα οι αγώνες τους θα καταλήξουν να εξυπηρετούν ένα καιροσκοπικό και ιδιοτελή σκοπό κάποιας φιλόδοξης ομάδας (αν δεν υλοποιούν κάποιον ήδη!). Αν είναι να εξυπηρετούν κάποιο σκοπό, ας μην είναι αυτός επίπλαστος ή υποβολιμαίος. Ας έχει την ευλογία να αναδύσει συναισθήματα τέτοια, ώστε οι ανθρώπινες συνειδήσεις να ευθυγραμμιστούν προς την κατάκτηση ενός κοινού στόχου, που να αξίζει τον κόπο.
Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου