Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Το δίκοπο της προσβολής των θεσμών.

Η εξουσία είναι κατανεμημένη σε μικρές μονάδες, τους ανθρώπους. Για να την αποκτήσει κάποιος πρέπει να διαθέτει τα εχέγγυα εκείνα που θα πείσουν μια μερίδα ανθρώπων ότι αξίζει να του την παραχωρήσουν, πιο σωστά ίσως, να την επενδύσουν πάνω του. Όσο περισσότερο επιδέξιος είναι με την χρήση των μέσων της πειθούς, τόσο περισσότερη εξουσία εισπράττει από την κοινωνία.
Έτσι νομιμοποιούνται τα πολιτεύματα και οι θεσμοί. Όσο απολαμβάνουν την αποδοχή της κοινής γνώμης τόσο υφίστανται σαν οντότητες. Είναι θαυμαστό πόσο εύκολα μπορούν να καταρρεύσουν, όταν πάψει να στηρίζει τις ελπίδες του πάνω τους ο λαός ή όταν σταματήσει να νιώθει ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντά του. Το κοινό αίσθημα, δηλαδή, είναι εκείνο που εγγυάται την κοινωνική ειρήνη και την σταθερότητα του εκάστοτε μοντέλου διακυβέρνησης. Για να μιλήσουμε περισσότερο συγκεκριμένα και επίκαιρα ας εξειδικεύσουμε την θεώρηση αυτή στην εξουσία που εισπράττει από τους πολίτες η αστυνομία.
Επειδή οι άνθρωποι σε καμία περίπτωση δεν είναι στο σύνολό τους ικανοί να σεβαστούν τους κανόνες της συμβίωσης, καθίσταται απαραίτητη η δημιουργία ενός μηχανισμού που θα επιβάλλει την “από κοινού συμφωνημένη” νομιμότητα στο σύνολο των πολιτών. Την υποχρέωση αυτή αναλαμβάνει η αστυνομία. Σε άλλες εποχές μια αντίστοιχη οντότητα θα επέβαλε την νομιμότητα που εξέφραζαν οι δικτάτορες ή οι βασιλείς. Όταν θεωρούμε όμως ότι συμβιώνουμε κάτω από ένα δημοκρατικό πολίτευμα και ανάγουμε την πλειοψηφία σε καθοριστική δύναμη, τότε η αστυνομία είναι επιφορτισμένη με την επιβολή των επιταγών της πλειοψηφίας. Απουσία της δεν θα ήταν δυνατό να συνυπάρξουν δημιουργικά τα άτομα, εκτός της ιδεατής κατάστασης εκείνης όπου κάθε ένας θα αποκτούσε απεριόριστη ωριμότητα και υπευθυνότητα. Κρίνοντας από τα ιστορικά διδάγματα πάνω στην ανθρώπινη φύση, κάτι τέτοιο φαντάζει ουτοπικό και τολμά να πει κανείς, τρομερά μονότονο.
Όσοι λοιπόν αποζητούν να διατηρήσουν την μορφή του πολιτεύματός μας πρέπει να είναι προσεκτικοί με το πώς διαχειρίζονται, σε επικοινωνιακό επίπεδο, τέτοιες οντότητες. Πολύ περισσότερο όταν αυτοί αποδέχονται το τρέχον πολίτευμα συμμετέχοντας στις διαδικασίες του. Όσο αυτό εξασφαλίζει την νομιμοποίηση της κοινής γνώμης, τόσο είναι κραταιό. Όσο την χάνει, τόσο δυσχεραίνεται η λειτουργία του. Αν τελικά εκπέσει, στη θέση της σταθερότητας αναδύεται η βραχύβια αναρχία και αυτή με τη σειρά, αναπόφευκτα, δίνει τη σκυτάλη σε μια νέα μορφή ιεραρχίας.
Το παράδειγμα της αστυνομίας, προφανώς, δεν επιλέχτηκε τυχαία. Στην Ελλάδα η αστυνομία έχει δεχτεί μια σειρά από πλήγματα που έχουν κλονίσει την αποδοχή της από τους πολίτες. Δίνω ιδιαίτερη βαρύτητα στην δικτατορία και το στίγμα που έχει αφήσει πάνω της (όπως και στον στρατό). Με βάση αυτό ξεκινά μια σειρά από καιροσκοπικούς επικοινωνιακούς χειρισμούς, καθ' όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, από δυνάμεις που αξιοποιούν τις δυνατότητες του λαϊκισμού, με σκοπό να κερδίσουν έρεισμα. Στοχοποιούν έτσι συστηματικά την αστυνομία ως τον φορέα της “κρατικής αναλγησίας”, επενδύοντας σε βιώματα και φοβίες που έχουμε συμφωνήσει να αφήσουμε στο παρελθόν. Ξεχνούν ότι ενώ κάποτε η αστυνομία ήταν συντεταγμένο όργανο της δικτατορίας και εξυπηρετούσε την ύπαρξη της, σήμερα υφίσταται για να στηρίζει την ύπαρξη του τρέχοντος πολιτεύματός. Τελευταίο κεφάλαιο στο κατάστιχο της στοχοποίησης αυτής, είναι τα επεισόδια που ακολούθησαν τον θάνατο του νέου τον περυσινό Δεκέμβριο. (Είναι σημαντικό εδώ να διευκρινιστεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή κάθε δημιούργημα της συλλογικότητας του ανθρώπου κληρονομεί από αυτόν σφάλματα και ατέλειες. Τα ίδια τα πολιτικά κόμματα απέχουν πολύ από το να θεωρούνται τέλεια, η απαξίωσή τους όμως υποσκάπτει εξίσου με αυτή της αστυνομίας, τα θεμέλια του πολιτεύματός μας.)
Ανεύθυνοι χειρισμοί από την κυβέρνηση, ασυντόνιστοι από την αστυνομία, καιροσκοπικοί από τα ΜΜΕ και την αντιπολίτευση, έριξαν λάδι στην φωτιά και συνέτειναν στη νομιμοποίηση ενός κύκλου βίας, βασισμένου πάνω σε αμφίβολες ιδεολογικές βάσεις. Άνοιξε έτσι μια ατελέσφορη συζήτηση για την αξία της ανθρώπινης ζωής. Ποιος μπορεί να βάλει στην ζυγαριά τις ανθρώπινες ζωές; Ποιος κρατά τα σταθμά για να συγκρίνει την ζωή ενός παιδιού, ενός αστυνομικού, ενός πρύτανη, ενός πολίτη; Ποιος αυτόκλητα διεκδικεί θεία εξουσία ώστε να παίζει με τα ανθρώπινα όντα και τις μοίρες τους; Αυτός που το κάνει, ηθελημένα ή αθέλητα, στρώνει τον δρόμο σε μια αλλαγή κατάστασης.
Δεν είναι πρωτοφανές να υποσκάπτει μέρος της κοινωνίας την εκάστοτε κατεστημένη δομή, συχνά μάλιστα οι προσπάθειες αυτές ευοδώνονται. Άλλες φορές το αποτέλεσμα είναι ευεργετικότερο για τις μάζες, άλλοτε καταπιεστικότερο. Για να καταστεί ευεργετικότερο πρέπει να συνοδεύεται από πρωτότυπο, πειστικό μα κυρίως βιώσιμο όραμα για το μέλλον. Φυσικά αναφορά σε ιδεολογίες όπως αυτή της αναρχίας, που φαντάζει ως ιδεολογικός υποκινητής της τρέχουσας αναταραχής, δεν πληρούν τέτοια κριτήρια. Σε αντίθεση με άλλες ιδεολογίες, στο μακρύ της ταξίδι η ιδέα της αναρχίας, δεν κατάφερε να χτίσει ένα βιώσιμο πρότυπο, γιατί να το κάνει τώρα; Όσοι εύκολα παρασύρονται από τέτοιες επικλήσεις, αντλούν στον ιδεολογικό πίθο των Δαναΐδων. Δεν θα ήταν πιο χρήσιμο να κινητοποιήσουν τις δυνάμεις τους προς την κατεύθυνση μιας περισσότερο επικαιροποιημένης αντίληψης για την πραγματικότητα; Σε αντίθετη περίπτωση καθίστανται συντριπτικά περισσότερο συντηρητικοί από αυτούς που επιχειρούν να ανατρέψουν.
Όσο δεν γίνεται αυτό, είναι σίγουρο ότι σύντομα οι αγώνες τους θα καταλήξουν να εξυπηρετούν ένα καιροσκοπικό και ιδιοτελή σκοπό κάποιας φιλόδοξης ομάδας (αν δεν υλοποιούν κάποιον ήδη!). Αν είναι να εξυπηρετούν κάποιο σκοπό, ας μην είναι αυτός επίπλαστος ή υποβολιμαίος. Ας έχει την ευλογία να αναδύσει συναισθήματα τέτοια, ώστε οι ανθρώπινες συνειδήσεις να ευθυγραμμιστούν προς την κατάκτηση ενός κοινού στόχου, που να αξίζει τον κόπο.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Το οξύμωρο του πράσινου ο καπιταλισμού

Η εγκαθίδρυση του καπιταλισμού τους τελευταίους αιώνες έχει εδραιώσει και το αντίστοιχο μοντέλο παραγωγής. Προϊόντα παράγονται μαζικά, διαφημίζονται για να πουληθούν ή βελτιώνονται για να συνεχίζουν να πωλούνται. Η υπερπαραγωγή αυτή δεν έρχεται άνευ κόστους. Όλη η αλυσίδα πρώτων υλών – ενέργειας – παραγωγής – απόρριψης φέρνει αλλαγές στο φυσικό μας περιβάλλον. Από τον προβληματισμό των ανθρώπων για τις επιπτώσεις αυτές αποσταθεροποίησης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος, προέκυψε η έννοια της οικολογικής συνείδησης.

Οι ανησυχίες γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Όσο ευγενή ερείσματα και αν έχει η οικολογία, η ευρεία και πηγαία απήχηση της στο κοινό αίσθημα, την κατέστησε αναπόφευκτα αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Έτσι λοιπόν τα κράτη ξεκίνησαν να ασκούν εξωτερική πολιτική εμπλουτίζοντας τα επιχειρήματά τους με οικολογικές ανησυχίες και πολυάριθμα πολιτικά κόμματα καθώς και καιροσκοπικές ΜΚΟ αναδύθηκαν για να εκμεταλλευτούν το νέο έδαφος. Για να αποκτήσουν λαϊκό έρεισμα οι σχηματισμοί αυτοί χρειάζεται να χτίσουν μια ταυτότητα, ένα ενιαίο λεξιλόγιο στόχων ώστε να πείσουν στην συνέχεια ότι το υπηρετούν. Επειδή ο λαϊκισμός αναπόδραστα υπεισέρχεται στην εξίσωση σε περιπτώσεις σαν και αυτή, η ουσία σχεδόν πάντα χάνεται προς όφελος των εντυπώσεων.
Ακούγονται συνεχώς παραινέσεις για το πως ο άνθρωπος μπορεί να κάνει πολλά για το περιβάλλον του αλλάζοντας κάποιες από τις συνήθειές του και προχωρώντας σε εκσυγχρονιστικές παρεμβάσεις (αλλαγή λαμπτήρων, συσκευές με καλύτερη σχέση κατανάλωσης / απόδοσης, παρεμβάσεις στα υλικά του κτηρίου). Προκύπτει όμως το ερώτημα, αν παρεμβάσεις σαν και αυτές μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά στην ανάσχεση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Σαφώς είναι και ο γενικός πληθυσμός υπεύθυνος, αλλά πόσο περισσότερο είναι η βιομηχανία σε κράτη όπως οι ΗΠΑ και Γερμανία, ή όπως η Κίνα και οι Ινδίες. Η παραγωγή εκεί επιβαρύνει τρομακτικά το περιβάλλον και τροφοδοτεί τον υπόλοιπο κόσμο με υλικά των οποίων η λειτουργία και εν συνεχεία η απόρριψη επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

Το ζήτημα είναι κυρίως οικονομικό.
Επιπλέον, επιχειρήματα σαν και αυτό δίνουν άλλοθι στην περαιτέρω κατανάλωση, αφού ο κάθε ένας καλείται να αντικαταστήσει παλαιότερα αγαθά με νέα, ανατροφοδοτώντας κατά ένα παράδοξο τρόπο, ακριβώς το φαινόμενο που επιδιώκεται να καταπολεμηθεί, τους ρύπους (τα νέα προϊόντα που καλούνται να αντικαταστήσουν τα παρωχημένα, είναι εξίσου αποτέλεσμα βιομηχανικής παραγωγής). Το πρόβλημα τελικά ίσως να έγκειται κυρίως στο παγκόσμιο μοντέλο ανάπτυξης και στον κυκεώνα κατανάλωσης που αυτό συνεπάγεται. Αφορά δηλαδή το σύνολο των καταναλωτικών μας συνηθειών και όχι την τροποποίηση μερικών από αυτές. Θεμελιακό ερώτημα είναι κατά πόσο αυτό μπορεί να αλλάξει και το κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να απεμπολήσουμε τον τρέχοντα τρόπο ζωής μας και να τον αντικαταστήσουμε με κάποιον λιγότερο ανερμάτιστο. Με κάποιον που θα απαιτεί λιγότερα και ουσιαστικότερα υλικά αγαθά.
Όμως η επιστροφή στο περισσότερο φειδωλό παρελθόν, είναι δύσκολη εώς ουτοπική, μιας και έχει κυλίσει πολύ νερό στο ποτάμι της βιομηχανοποίησης, έτσι η υπερεκμετάλλευση του περιβάλλοντος δεν φαίνεται ότι μπορεί να ανασχεθεί στο άμεσο μέλλον. Πόσο μάλλον όταν οι αναδυόμενες οικονομίες επιχειρούν να λάβουν προεξάρχουσα θέση στο ιστορικό προσκήνιο, κάτι που η δύση για πολλούς αιώνες τους είχε στερήσει. Οι χώρες αυτές με πληγωμένο εγωισμό ζητούν να επανακτήσουν το χαμένο έδαφος και δεν φαίνεται ότι υπάρχει πρόθεση να επιβραδύνουν την ξέφρενη αναπτυξιακή τους πορεία ούτε μπορεί η δύση να χρησιμοποιήσει κάποιο επιχείρημα προς την κατεύθυνση αυτή, λόγω του βεβαρημένου παρελθόντος της. Αντίθετα και οι δύο πλευρές αναλώνονται σε παρελκυστικές διπλωματικές βολιδοσκοπήσεις.
Το πρόβλημα είναι τελικά ευρύτερο από τα επιδερμικά επιχειρήματα των φορέων που εκμεταλλεύονται την “οικολογία”. Είναι βαθύτατα οικονομικό και πολιτικό και αυτός που επιθυμεί να το αγγίξει, θα πρέπει να είναι έτοιμος να τεκμηριώσει θέσεις σε μια σειρά από θεμελιώδη ερωτήματα. Κυρίως ποιο μοντέλο ανάπτυξης και ζωής πρέπει να υιοθετηθεί για να αντικαταστήσει το ήδη υπάρχον, καθώς και πώς το μοντέλο αυτό θα ενσωματωθεί ομαλά στις ανθρώπινες συνειδήσεις.